Υποδεχθείτε το θεαματικό «West Side Story»
του Στίβεν Σπίλμπεργκ

ΑΠΟ: Χρήστος Μιχαηλίδης

Source: Αθηνόραμα

Τζετς και Σαρκς έτοιμοι να… σκοτωθούν στο χορό

Πώς μπορεί ένα μιούζικαλ που αφορά την αιματηρή βία μεταξύ νεανικών συμμοριών, τις εν βρασμώ δολοφονίες, την κακοποιητική πατριαρχία, τον φυλετικό ρατσισμό και την ταξική καταπίεση να είναι ταυτόχρονα ένα από τα ομορφότερα κινηματογραφικά παραμύθια όλων των εποχών; Η διαχρονική γοητεία της ιστορίας του «West Side Story» οφείλεται στις παραπάνω αντίρροπες δυνάμεις, αλλά και στην οικειότητα που συνοδεύει τον καθολικά αναγνωρίσιμο μύθο από τον οποίο είναι εμπνευσμένη. Οι δημιουργοί του υπερεπιτυχημένου θεατρικού μιούζικαλ-σταθμός, ο χορογράφος Τζέρομ Ρόμπινς, ο συγγραφέας Άρθουρ Λόρεντς, ο συνθέτης Λέοναρντ Μπερνστάιν και ο στιχουργός Στίβεν Σοντχάιμ, επένδυσαν στην ιδέα του απαγορευμένου έρωτα του σαιξπηρικού «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», μεταφέροντάς τον στις υποβαθμισμένες νεοϋορκέζικες συνοικίες των 50s, με φόντο τους τότε κυρίαρχους κοινωνικούς συσχετισμούς. Κάπως έτσι, μπήκαν τα θεμέλια ενός διαχρονικού αριστουργήματος. Λίγο αργότερα, το σκηνοθετικό δίδυμο των Ρόμπινς και Ρόμπερτ Γουάιζ («Η Μελωδία της Ευτυχίας») φρόντισαν ώστε, όταν το 1961 μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη το σουξέ που «ταρακουνούσε» το Μπρόντγουεϊ από το 1957, η διασκευή να είναι αντάξια του πρωτοτύπου. Τα δέκα βραβεία Όσκαρ που απέσπασε η ταινία αποτελούν την απλούστερη απόδειξη της ρηξικέλευθης επίδρασης του «West Side Story» στο λεξιλόγιο των μιούζικαλ, τόσο στο σινεμά όσο και επί της σκηνής.

Οι Ρίτσαρντ Μπέιμερ και Νάταλι Γουντ ως Τόνι και Μαρία στο «West Side Story» (1961)

Τώρα, ένας άλλος αναμορφωτής της τέχνης του, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, διαλέγει το εν λόγω έργο για να το συστήσει εκ νέου στο κοινό, επιδεικνύοντας καλοπροαίρετο δημιουργικό θράσος. Στα 74 του χρόνια, ο Αμερικανός σκηνοθέτης ταινιών που επαναπροσδιόρισαν το εμπορικό σινεμά («Τα Σαγόνια του Καρχαρία», «Ε.Τ. Ο Εξωγήινος») δεν έχει ανάγκη να καταθέσει τα διαπιστευτήριά του ώστε το 33ο φιλμ της καριέρας του να αποτελεί ριμέικ ενός αξεπέραστου μιούζικαλ. Το ότι ο Σπίλμπεργκ διαθέτει ακόμα την ευχέρεια να εκπληρώνει το όραμά του, καταφέρνοντάς τα μάλιστα εξαιρετικά καλά, είναι μία από τις πλείστες ενδιαφέρουσες πτυχές του δικού του «West Side Story».

Σημάδεψε την περιοχή σου

Τα δύο «West Side Story» μοιράζονται τη στουντιακή μεταφορά των δρόμων της Νέας Υόρκης

Η πρώτη παρέμβαση του Σπίλμπεργκ στην ταινία του ’61 αφορά την ανάδειξη των πολεοδομικών μετασχηματισμών που βίωσε τη δεκαετία του ’50 η Νέα Υόρκη. Τότε οι παραμελημένες γειτονιές της Δυτικής Όχθης μπήκαν στο επίκεντρο μιας ευρείας ανάπλασης, η οποία είδε εκατοντάδες κατοίκους, μέλη των λαϊκών στρωμάτων στη συντριπτική πλειονότητά τους, να εκτοπίζονται ή να μένουν δίχως σπίτι, καθώς οι φτωχικές πολυκατοικίες τους γκρεμίστηκαν ώστε να αντικατασταθούν από μοντέρνα διαμερίσματα. Αν η εν λόγω τακτική ηχεί γνώριμα, αυτό οφείλεται στο ότι σήμερα είναι γνωστότερη ως αστικός εξευγενισμός («gentrification»), ήτοι ο μεσιτικός τρόπος με τον οποίο η μεσαία τάξη εκτοπίζει πληθυσμιακά τους οικονομικά υποδεέστερους. Στην ταινία, πάντως, οι γεωγραφικές αλλαγές ισούνται με συρρίκνωση των γειτονιών που ελέγχουν οι δύο συμμορίες της περιοχής, Τζετς και Σαρκς, οι οποίες πλέον συνωστίζονται επικίνδυνα.

Η πηγή της μεταξύ τους διχόνοιας εδράζεται στην καταγωγή τους. Από τη μία οι λευκοί Τζετς νιώθουν πως οι δρόμοι τούς ανήκουν δικαιωματικά, αφού γεννήθηκαν εκεί, παρά το γεγονός πως, ειρωνικά, ο Σπίλμπεργκ αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για Ιρλανδούς μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς. Από την άλλη, οι Πορτορικανοί Σαρκς πασχίζουν να ενσωματωθούν, διεκδικώντας μερίδιο στο αμερικανικό όνειρο, την ώρα που η παρουσία τους στις γειτονιές σηματοδοτεί ένα είδος περιφρούρησης των ομοίων τους. Ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται στο πεδίο όπου η εργατική τάξη αρθρώνει τη φωνή της, εδώ συγκεκριμένα μέσα από την αρρενωπή ενέργεια των αρσενικών μελών της – μια μείξη λούμπεν στοιχείων και νέων σε οικονομικό και πνευματικό αδιέξοδο, οι οποίοι καταφεύγουν στη βία, διεξάγοντας φαντασιακούς πολιτισμικούς πολέμους. Είναι οι ίδιοι που αργότερα πήραν τη μορφή των μοντς εναντίον των ρόκερ, των πανκ κόντρα στους φασίστες σκιν και φυσικά των χούλιγκαν ανεξαρτήτως ποδοσφαιρικών χρωμάτων. Οι Τζετς και οι Σαρκς, όμως, πέφτουν τραγικά θύματα της αυτοαναφορικότητάς τους.

Γυναίκες που περάσατε από εδώ

Η Αριάνα ΝτεΜπόουζ σχεδόν κλέβει την παράσταση στο ρόλο της Ανίτα

Μπορεί, λοιπόν, οι άντρες να έχουν τον πρώτο λόγο στο δρόμο, ωστόσο η γυναικεία εμπειρία ορίζει την αφήγηση του «West Side Story». Όταν η Μαρία –στο ρόλο η Ρέιτσελ Ζέγκλερ με ερμηνεία που «κοντράρει» τη Νάταλι Γουντ– ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον πρώην Τζετ Τόνι –ο ταιριαστά σπινθηροβόλος Άνσελ Έλγκορτ– δεν θα διαπραγματευθεί στιγμή τα συναισθήματά της με τον καταπιεστικό μεγαλύτερο αδερφό της και αρχηγό τον Σαρκς. Έπειτα, η σύντροφος του τελευταίου Ανίτα –μια απολαυστική Αριάνα ΝτεΜπόουζ– βιώνει ένα βαθιά εσωτερικό δράμα, το οποίο υπογραμμίζει οδυνηρά την ανοησία της «εμφύλιας» ταξικής πάλης Τζετς-Σαρκς, η οποία εκρήγνυται λόγω του «παράνομου» ζευγαριού.

Μαρία και Ανίτα συνειδητοποιούν ότι μοιράζονται περισσότερα κοινά τραύματα απ’ όσα περίμεναν, κυρίως εξαιτίας των παρτενέρ τους, οδηγούνται ωστόσο αμφότερες στην απελευθερωτική ενδυνάμωση στο φινάλε που ραγίζει καρδιές. Ως προπομπός της συναισθηματικής μεταστροφής τους, όσον αφορά τουλάχιστον τη Μαρία, λειτουργεί η μαγευτική σεκάνς όπου η Ζέγκλερ παραδίδει μια υπέροχη ερμηνεία του «I feel pretty». Εδώ αξίζει να αναφερθούμε ξεχωριστά στην 90χρονη Ρίτα Μορένο, η οποία κρατά ένα ρόλο-κλειδί στην απεικόνιση της αλληλεγγύης μεταξύ των ηρωίδων, σε κομβική σκηνή που μοιράζεται με την ΝτεΜπόουζ. Επιδέξια, ο Σπίλμπεργκ αποφεύγει τις μεγαλοστομίες και τους διδακτικούς υπαινιγμούς, μένοντας αφοσιωμένος σε αυτό που ξέρει καλύτερα: να παραδίδει αβίαστα δεξιοτεχνική σκηνοθεσία και λυρική αφήγηση.

Το Χόλιγουντ «τρώει» τις σάρκες του

Οι πρωταγωνιστές Άνσελ Έλγκορτ και Ρέιτσελ Ζέγκλερ, a match made in heaven

Βέβαια, το ριμέικ του κορυφαίου Αμερικανού σκηνοθέτη γεννά συνειρμούς δύο κατευθύνσεων. Καταρχάς, έρχεται να προστεθεί σε μια σιωπηρή, πλην γόνιμη αναβίωση των κινηματογραφικών μιούζικαλ που παρατηρείται τελευταία («La La Land», «Hamilton», «Σε μια Γειτονιά της Νέας Υόρκης», «Annette»), αλλά και να ενταχθεί στη συνέχεια στην τάση του Χόλιγουντ να ανακυκλώνει τον εαυτό του. Τα πρωτότυπα φιλμ όλο και σπανίζουν στο αμερικανικό εμπορικό σινεμά, το οποίο κινδυνεύει να οδηγηθεί σε σημείο κορεσμού. Για ένα σκηνοθέτη με το εκτόπισμα του Σπίλμπεργκ, η διασκευή του κλασικού από έναν… κλασικό μπορεί να αποτελεί απλώς επιπρόσθετο κομμάτι μιας πλούσιας φιλμογραφίας. Ένα νέο «West Side Story» έχει νόημα και με το παραπάνω, αλλά ίσως αυτήν τη στιγμή είναι ευρύτερα αναγκαία μια καλλιτεχνική ανανέωση μέσω ενός ανοίγματος σε φρέσκες και ανεξερεύνητες κινηματογραφικές ματιές. Όσο, λοιπόν, το «West Side Story» είναι ένα θεαματικό χάρμα οφθαλμών, χάρη σε εικόνες που ζωντανεύουν θυελλώδη χορευτικά και φλογερά πάθη που παρασέρνουν τα πάντα, άλλο τόσο δεν παύει, άθελά του, να γεννά νοσταλγία για μια εποχή που το Χόλιγουντ, πραγματικά, άλλαζε τους κανόνες του παιχνιδιού.

Η σινε-παρακαταθήκη του Στίβεν Σοντχάιμ

Πλήρης ημερών και μόλις δύο εβδομάδες προτού βρεθεί στις μαρκίζες το νέο «West Side Story», πέθανε στα 91 του ένας από τους δημιουργούς του μιούζικαλ, ο στιχουργός Στίβεν Σοντχάιμ. Εκ των πιο εμβληματικών προσώπων στην ιστορία του μουσικού θεάτρου, με δεκάδες διακρίσεις και επιτυχίες, ο Σοντχάιμ άλλαξε το ρου των μιούζικαλ, στρέφοντας το βλέμμα του στους δρόμους των πόλεων. Εκεί όπου κρύβονται χειροπιαστές καθημερινές αλήθειες, τις οποίες ο πρωτοπόρος μουσουργός τοποθετούσε με ακρίβεια στον πυρήνα των έργων του. Εκτός από το θέατρο, και ο κινηματογράφος χρωστά πολλά στον Σοντχάιμ, καθώς πολλές από τις σινε-διασκευές του αποδείχθηκαν αριστουργήματα. Φυσικά, το «West Side Story» των Τζέρομ Ρόμπινς και Ρόμπερτ Γουάιζ (1961) και, πιο πρόσφατα, ο γοτθικός «Sweeney Todd: Ο Φονικός Κουρέας της Οδού Φλιτ» του Τιμ Μπάρτον (2007).

Leave a Reply

Your email address will not be published.